BTX

BTX μπορεί να εξομαλύνει τις ρυτίδες σε άνδρες και γυναίκες που είναι αποτέλεσμα χρόνιων κινήσεων στην περιοχή του προσώπου , όπως χαμόγελο, συνοφρύωμα, μάζεμα, ρυτίδες συγκέντρωσης.

Η έγχυση της BTX στα σωστά σημεία “κλειδιά”, δηλαδή στους σωστούς μύες ανταγωνιστές που ευθύνονται για τις ποικίλες κινήσεις έκφρασης του προσώπου, αναστέλλει παροδικά τη δραστηριότητα τους, με αποτέλεσμα η μη κίνηση του μη να μην “παρασύρει” το προσκείμενο δέρμα μειώνοντας με τον τρόπο αυτό την εμβάθυνση της ρυτίδας που προκαλείται από τον παραπάνω μηχανισμό.

BTX είθισται να χρησιμοποιείται στο άνω τρίτο του προσώπου αν και τα τελευταία λίγα χρόνια έχουμε ένδειξη και για τις ρυτίδες του καπνιστή, τις κάθετες ρυτίδες που εμφανίζονται ανάμεσα στις γωνιές του στόματος και το πηγούνι, οπως επίσης και το λαιμό.

Πόση ώρα χρειάζεται για την εφαρμογή του BTX;

Η διαδικασία για το BTX είναι πολύ απλή. Δεν παίρνει παρά λίγα λεπτά της ώρας. Δεν χρειάζεται καμία προετοιμασία για πριν το BTX , το μόνο που προτείνουμε είναι 4 ώρες μετά την έγχυση να μην ξαπλώσουμε για να μην μετακινηθεί το προϊόν σε διαφορετική θέση (κάτι πολύ σπάνιο).

Παρενέργειες από την θεραπεία με BTX

Δεν υπάρχουν παρενέργειες από το BTX όταν γίνεται σωστά η εφαρμογή του.Είναι δυνατόν να εμφανιστούν κάποιες κοκκινίλες στα σημεία έγχυσης, οι οποίες εξαφανίζονται σε 2 ώρες. Επίσης, μπορεί να εμφανιστεί μικρή εκχύμωση - μελανιά σε κάποιο σημείο της έγχυσης που εύκολα καλύπτεται.

Αποτελέσματα - Διάρκεια - Επανάληψη BTX Τα αποτελέσματα από το BTX αρχίζουν να φαίνονται μετά από 4 ημέρες, ενώ στις 7 ημέρες έχουμε περίπου το 65% του αποτελέσματος της θεραπείας, περίπου στις 2 με 3 εβδομάδες έχουμε σχεδόν το 100% των αποτελεσμάτων. Η διάρκεια της δράσης του BTX είναι από 4 μήνες μέχρι 8 με 10 μήνες.Η επανάληψη της εφαρμογής του BTX συνήθως γίνεται στο εξάμηνο.Συστήνεται 3 εφαρμογές το πρώτο έτος και 2 εφαρμογές τα επόμενα.Με τον χρόνο τα μεσοδιαστήματα μακραίνουν, γιατί πλέον ‘ξεχνάμε’ να ρυτιδώνουμε.

Στόχος μας είναι τα ρεαλιστικά αποτελέσματα τόσο από την πλευρά του ασθενή όσο και από την πλευρά του γιατρού που οφείλει να καθοδηγεί σε αυτό το ταξίδι τον ασθενή. Το νεανικό, πιο ξεκούραστο βλέμμα είναι το απόλυτο ζητούμενο, ενώ το “παγωμένο” εντελώς ακίνητο βλέμμα του κάποτε, εκείνο που μας αποστασιοποιεί πλήρως συναισθηματικά όχι μόνο από τους συνανθρώπους μας, αλλά κι από τον εαυτό μας στον καθρέφτη, θεωρείται πλέον ξεπερασμένο και μη αποδεκτό αισθητικά. Βεβαίως, η άριστη κατάρτιση του ιατρού για το βέλτιστο αποτελέσμα είναι απολύτως αναγκαία και αδιαπραγμάτευτη.